Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

 Κ. Θεοτόκης, «Η τέχνη του αγιογράφου»

Στο μάθημα των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ΄ Γυμνασίου ασχοληθήκαμε με το ημιτελές πεζό κείμενο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Η τέχνη του αγιογράφου». Πρόκειται για ένα κείμενο που δεν έχει ολοκληρωμένο τέλος και γι’ αυτό δίνει την ευκαιρία στους μαθητές να σκεφτούν δημιουργικά και να φανταστούν τη συνέχεια της ιστορίας, γράφοντας το δικό τους τέλος.

Οι εργασίες που δημοσιεύονται είναι οι προσωπικές δημιουργικές προτάσεις των μαθητών για το τέλος του κειμένου και αποτυπώνουν τη σκέψη, τη φαντασία και τον προβληματισμό τους πάνω στα θέματα του έργου.

 Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί δημιουργία της μαθήτριας 

Ραφαηλίας Φωτάκη

Ο νέος δεν ήξερε που να πρωτοπάει. Ήθελε να περάσει από την μικρή αγορά του χωριού για να χαζέψει τους ανθρώπους, όμως κατέληξε να περπατάει στα σκαλιστά με πέτρες δρομάκια του χωριού αφήνοντας τα λαρύγγια του να χορτάσουν καθαρό αέρα και τα μάτια του να χαθούν στην ύπαιθρο. Σήμερα ήθελε να μείνει μόνος του. Ο νέος είχε μπόλικους φίλους, αλλά σήμερα ήθελε να σκεφτεί.

Έτσι, τα πόδια του αυτόματα τον τράβαγαν στα δρομάκια ενώ το μυαλό του ταξίδευε πέρα από το χωριό, πέρα από το όμορφο απογευματινό τοπίο. Σκαφτόταν το μέλλον του. «Χτήμα δεν έχεις αρκετό…» ήταν ένα από τα πράγματα που του είπε προηγουμένως ο αγιογράφος. Το γνώριζε. Όμως ήθελε να δουλέψει στα χωράφια, να είχε κι αυτός ζώα όπως η πλειονότητα του χωριού. Δεν ήθελε να είναι κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους. Ο πατέρας του είχε ταλέντο, εκείνος όμως; Δεν ήθελε ούτε πινέλο να κρατάει. Ήταν περήφανος που η οικογένεια του ήταν αγιογράφοι, όμως ο ίδιος δεν θα άντεχε να συνεχίσει την παράδοση.

Συνειδητοποίησε πως είχε φτάσει μακριά και πως έπρεπε να γυρίσει σύντομα σπίτι. Σύντομα η εκκλησία θα τελείωνε και θα τον έψαχναν για το βραδινό. Οπότε ο νέος πήρε τον δρόμο της επιστροφής, αποφασίζοντας να μιλήσει στον πατέρα του μια και έξω.

Διέσχισε τα δρομάκια με γρήγορες δρασκελιές, χαιρέτησε βιαστικά μερικούς φίλους του που επέστρεφαν από τον εσπερινό. Ήταν τόσο βαθιά μες στις σκέψεις του που είχε αμελήσει τελείως να πάει στην εκκλησία. Έφτασε στο σπίτι γρήγορα, ανοίγοντας την στιβαρή ξύλινη πόρτα και μπήκε μέσα, ανήσυχος και αποφασισμένος ταυτόχρονα.

Δεν πρόλαβε να απιθώσει τις δύο δεκάρες που του είχε δώσει ο πατέρας του προηγουμένως, και να που η γνώριμη βαριά φωνή ακούστηκε από πίσω του.  «Γιατί δεν ήρθες στην εκκλησία;» Ακούστηκε πιο πολύ απορημένος παρά εκνευρισμένος. Ο νέος γύρισε να αντικρίσει τον γονιό του. Δεν ήταν πλέον ντυμένος με τα λιτά φτωχικά του ρούχα και τα μαύρα πλεχτά σκαλτσούνια που τα είχε πλέξει η σύζυγος του. Ο αγιογράφος φορούσε ένα από τα φθαρμένα του σακάκια. Τρία είχε μονάχα. Ένα στο χρώμα του ουρανού που το κρατούσε για μεγάλες γιορτές, ένα λαδί πράσινο που του άρεσε πολύ αλλά είχε αρχίσει να του στενεύει και ένα καφέ ριγωτό που φόραγε σήμερα. Είχε ασορτί και ένα καφέ πανταλόνι και τα γνωστά μαύρα του παπούτσια που τα γυάλιζε μονάχος του κάθε Κυριακή απόγιομα με ένα ειδικό βερνίκι. Το καπέλο του ήταν ακουμπισμένο στον  πάγκο της κουζίνας.

Παραδίπλα στέκονταν και η μητέρα του νέου. Ντυμένη με το φαρδύ της φόρεμα και με τα μαλλιά της πιασμένα σε ένα σφιχτό κότσο, όπως συνήθως. Είχε πάρει πολλά χαρακτηριστικά από την ίδια. Την ίσια μύτη της λες και ήταν φτιαγμένη από τον πιο ακριβό πηλό και δουλεμένη από τους πιο γνωστούς τεχνίτες, το σχήμα του προσώπου της. Ήταν ελαφρώς στρογγυλό, με όμορφες καμπύλες στα μάγουλα και ελάχιστα ροδαλό. Και τα μάτια… Τα ίδια ανοιχτόχρωμα καφέ μάτια που αν τα έβλεπες προσεκτικά κάτω από το φως του ήλιου θα έβλεπες και ένα όμορφο πράσινο. Η γυναίκα γέμιζε τρία ποτήρια με νερό από την γυάλινη κανάτα. Μόλις κατάλαβε γιατί όλοι έλεγαν πως έμοιαζε με την μητέρα του…

«Χρειαζόμουν λίγο χρόνο να σκεφτώ» απάντησε αόριστα. Κοντοστάθηκε, τρίβοντας τα χέρια του. Ήταν ένα συνήθειο του όταν ήταν αγχωμένος. Ο αγιογράφος ύψωσε το φρύδι του απορημένος. «Να σκεφτείς; Θες να μου εξηγήσεις;» Ο νέος έγνεψε διστακτικά.

«Να…Σχετικά με την αγιογραφία…» Τα χέρια του είχαν αρχίσει να ιδρώνουν και η φωνή του να τρέμει ελάχιστα. Συνειδητοποίησε πως ήταν ακόμα ένα μικρό αγόρι, γεμάτο όνειρα και συναισθήματα να υπερχειλίζουν. Ήταν σίγουρος πως ο πατέρας του τον θεωρούσε γελοίο, έτσι όπως προσπαθούσε να υψώσει το ανάστημά του έτσι στα ξαφνικά. Ένιωθε να μικραίνει κάτω από το βλέμμα του αγιογράφου. Ήταν ψηλό αγόρι, περνούσε τον πατέρα του σε ύψος. ‘Όμως τώρα ένιωθε μικρός και ασήμαντος.

Παρ' όλα αυτά το φρύδι του πατέρα του παρέμεινε υψωμένο και τώρα τα μάτια της μητέρας του ήταν στραμμένα πάνω του.

Ήθελε τόσο πολύ να εξαφανιστεί τούτη τη στιγμή.

«Δεν είναι αυτό που μου αρέσει» κατάφερε να ξεστομίσει. «Όλη αυτή η κλεισούρα, οι περίπλοκες κινήσεις και οδηγίες…Νιώθω φυλακισμένος.» εξήγησε. Το πιγούνι του αγιογράφου σφίχτηκε λίγο, όμως η έκφραση του προσώπου του δεν είχε σκληρύνει καθόλου.

«Μα αυτό είναι ανεπίτρεπτο» απάντησε κοφτά ο αγιογράφος. «Αυτή είναι η δουλειά που έκαναν γενιές μέχρι και πριν από εμένα. Δεν έχω να σου προσφέρω κάτι εκτός από την τέχνη της αγιογραφίας». Και ήταν η πικρή αλήθεια. Είχαν ένα μικρό κομμάτι γης, αλλά όχι αρκετό για μία αξιοπρεπή παραγωγή. Παρά την ανησυχία του, ο νέος αποκρίθηκε. «Άσε με να δοκιμάσω, πατέρα. Θα ξεκινήσω με αυτό το λίγο που έχουμε. Προσπάθησε να με καταλάβεις» η φωνή του γέμισε με παράπονο, εξακολουθούσε όμως να νιώθει κατώτερος.

Η μητέρα πλησίασε τον σύζυγο και τον γιο της. Το μαλακό χέρι της βρήκε τον ώμο του αγιογράφου, σφίγγοντας το καθησυχαστικά. «Άκουσε τον. Νέο παιδί είναι μπορεί να ασχοληθεί με την αγιογραφία στον ελεύθερό του χρόνο». Πάντα προσπαθούσε να ικανοποιήσει τους άλλους. Αυτό το είχαν καταλάβει και ο πατέρας και ο γιος.

Ο αγιογράφος ηρέμησε γρήγορα και κοίταξε την σύζυγο του στενάζοντας. «Θα το συζητήσουμε μετά το βραδινό. Θέλω λίγο χρόνο να το σκεφτώ»

Με προθυμία, ο νέος κάθισε στο τραπέζι και όλοι ξεκίνησαν να τρώνε. Το βραδινό ήταν πάντα λιτό. Το πιο φτωχικό γεύμα της ημέρας. Όμως κάθε φορά και οι τρεις χόρταιναν, ευχαριστώντας τον Θεό και γι’ αυτό το γεύμα. Ποτέ δεν πήγαιναν παραπονεμένοι στα κρεβάτια τους. Η ώρα κύλησε αργά. Ο νέος κοίταζε τον πατέρα του επίμονα, θέλοντας απεγνωσμένα να ακούσει την απόφασή του. Μόλις τα πιάτα άδειασαν, ο αγιογράφος μίλησε.

«Θα ξεκινήσεις δοκιμαστικά με το μικρό χωράφι που έχουμε, ενώ παράλληλα θα εξασκείσαι στην αγιογραφία με εμένα.» Μια σύσπαση γλυκύτητας πέρασε από το πρόσωπό του, κάνοντας τον νέο πιο ευτυχισμένο από ποτέ. Δεν σταμάτησε να γνέφει και να ευχαριστεί τον πατέρα του που τον άκουσε και δέχτηκε την επιθυμία του και την μητέρα του που τον υποστήριξε με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Θα τους έκανε περήφανους, αυτό υποσχέθηκε στον εαυτό του.


 Το κείμενο που ακολουθεί είναι εργασία του μαθητή

 Στέργιου Τέλιου

…Το παιδί ένα βράδυ βγήκε έξω να ψωνίσει και ξαφνικά έπιασε μια καταιγίδα. Τότε πήγε στο κοντινότερο στέγαστρο που βρέθηκε μπροστά του και εκεί ήταν ένα μοναστήρι με μοναχούς. Εκείνοι τον πήραν μέσα, τον έβαλαν να στεγνώσει και αυτός τους είπε πως ο πατέρας του ήταν αγιογράφος. Αυτοί, όταν άκουσαν αυτή την πληροφορία, του ζήτησαν να πεί στον πατέρα του να φτιάξει αγιογραφίες για το μοναστήρι και εκείνοι θα τον πλήρωναν. Έτσι το παιδί σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την παράδοση του πατέρα του με τις αγιογραφίες, να βγάλει λεφτά και να κάνει και αυτό που ήθελε εκείνος, να έχει ένα χωράφι.

 Συνεχίζουμε με το τέλος που έδωσε στο ημιτελές διήγημα του Κ. Θεοτόκη η μαθήτρια Δάφνη Chiara Ρουσσάκη


Μέρα με τη μέρα, ο νεαρός αγιογράφος γνώριζε καλύτερα την τέχνη του πατέρα του αλλά, προπαντός, και τον ίδιο τον πατέρα του. Μάθαινε να χειρίζεται με περισσότερη επιδεξιότητα τα υλικά και τα πινέλα και η στάση του με τον καιρό άλλαξε. Δεν ήταν η αγάπη του για την αγιογραφική, όχι, δεν ήταν αυτό, ήταν η αγάπη του για τον πατέρα του αυτή που τον έσπρωχνε στη δουλειά, αυτή που τον έσπρωχνε να ζωγραφίζει με περισσότερη επιμέλεια, με όλο του το είναι, ναι, αυτός ήταν ο λόγος. Με τον καιρό, η ωριμότητα τον έκανε να διακρίνει ότι στη ζωή αυτό που έχει περισσότερη αξία είναι οι άνθρωποι που σε αγαπούν... Και όταν μαθαίνεις και 'σύ να αγαπάς τότε αντιλαμβάνεσαι ότι μήτε οι εργασία μήτε ο χρόνος μήτε ο κόπος αξίζει να θυσιάσουν το πιο σημαντικό που έχεις- τη σχέση σου με αυτούς που αγαπάς.


 


Η συνέχεια του διηγήματος από τη μαθήτρια

Θάλεια Χριστινίδη

Λίγους μήνες αργότερα βρήκε το θάρρος να προτείνει μια ιδέα στον πατέρα του. Του λέει « Πατέρα ξέρω πόσο ποθείς να συνεχίσω το επάγγελμά σου, αλλά δεν είναι αυτό που λαχταρώ. Γι’ αυτό σκέφτηκα να δουλέψω ως βοηθός, για λίγο, στο χωράφι ενός γείτονα  και αν κρίνει ότι δεν είμαι ικανός για το επάγγελμα, θα γίνω αγιογράφος». Ο πατέρας ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα του γιου  του, γιατί καταλάβαινε την αγάπη του νέου για την ύπαιθρο.

Έτσι τους επόμενους τέσσερις μήνες άρχισε να εργάζεται  εντατικά στα χωράφια. Μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα γνώρισε μια χαριτωμένη βοσκοπούλα που ερωτεύτηκε αφάνταστα. Κι ένα αστραφτερό βράδυ έφυγε από το σπίτι, για να την συναντήσει. Όπως μιλούσαν, έπιασαν κουβέντα για την οικογενειακή του δουλειά. Ξαφνικά, η κοπέλα ανταποκρίθηκε έκπληκτη και ενθουσιασμένη ότι λατρεύει την αγιογραφία και θα ήθελε πολύ να μάθει την τέχνη.

Την ίδια εβδομάδα προσκάλεσε εκείνη και την οικογένειά της για δείπνο στο πατρικό του, για να τους ανακοινώσει μια ιδέα του. Μόλις τα πιάτα άδειασαν, άρχισε να μιλά. «Ευχαριστώ πολύ που τιμήσατε εμένα και την οικογένειά μου δειπνώντας όλοι μαζί σήμερα. Με την ευκαιρία αυτού του ευχάριστου γεγονότος θέλω να σας προτείνω και να σας ανακοινώσω κάτι. Αρχικά, εφόσον η κόρη σας λατρεύει την αγιογραφία και έχει πραγματικό ταλέντο, θα μπορούσε να αναλάβει τη δικιά μου οικογενειακή δουλειά και εγώ τη δικιά της, καθώς σύμφωνα με τα λόγια του γείτονα είμαι ο καλύτερος γεωργός της επαρχίας. Έτσι, και οι δύο επιθυμίες των οικογενειών θα συνεχιστούν απλώς από διαφορετικά άτομα απ’ ότι περιμένατε!».

Όλοι έκπληκτοι από την εφευρετική και πρακτική ιδέα του συμφώνησαν. Καλά όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι… εκτός από τη θεία Μερόπη που άρχισε να μουρμουρίζει και να βγάζει καπνούς. Τέλος, φυσικά,  δεν παρέλειψε να ζητήσει και το χέρι της νεαρής κοπέλας από τον πατέρα της. Έτσι ξεκίνησε ένα άλλο μεγάλο ταξίδι!

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

 

Τα Χριστούγεννα του Φρόστι

Τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή που χαρακτηρίζεται ως η περίοδος της χαράς, της προσφοράς και της μαγείας, επειδή συνδυάζει παραδόσεις, συναισθήματα και ιστορίες που ενώνουν μικρούς και μεγάλους. Στον Βόρειο Πόλο, αυτή η μαγεία είναι ακόμη πιο έντονη, γιατί εκεί ζει ο Άγιος Βασίλης, ο οποίος έχει αφιερώσει τη ζωή του στο να μοιράζει δώρα και χαμόγελα.

Για παράδειγμα, ένα από τα πιο παράξενα περιστατικά που συνέβη φέτος ήταν όταν ο Φρόστι, ο χιονάνθρωπος, αποφάσισε να βοηθήσει στο εργαστήριο παιχνιδιών. Ενώ όλοι δούλευαν ήσυχα, εκείνος άρχισε να φυσάει χιονονιφάδες παντού, με αποτέλεσμα τα ξωτικά να γλιστρούν, τα κουτιά να πετάγονται στον αέρα και ο Ρούντολφ να φτερνίζεται ασταμάτητα. Αυτό το μικρό χάος, όμως, έκανε όλους να γελάσουν και να θυμηθούν ότι η χαρά βρίσκεται και στις ατέλειες.

Όταν τελείωσε το μικρό ατύχημα στο εργαστήριο, ο Άγιος Βασίλης πλησίασε τον Φρόστι και του είπε μια ιστορία από τα παλιά, τότε που κι εκείνος έκανε λάθη. Του εξήγησε πως η αξία ενός βοηθού δεν μετριέται από την τελειότητα, αλλά από την πρόθεση. Ο Φρόστι χαμογέλασε, και από εκείνη τη μέρα ανέλαβε τον επίσημο ρόλο του «Υπεύθυνου Χριστουγεννιάτικης Δροσιάς», ψεκάζοντας απαλά χιόνι μόνο όταν χρειάζεται.

Συλλογικό

 

Χιονάνθρωπος και παιδιά σε μέρες Χριστουγέννων

Η νύχτα έπεσε στο χιονισμένο τοπίο και ο φίλος μας άνοιξε τα μάτια του. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν. Έβλεπε γύρω του αστέρια και χιόνια και κρύωνε πολύ!

Ξαφνικά εμφανίστηκαν πολλά παιδιά, τα οποία είδαν τον φίλο μας σαστισμένο, μπερδεμένο… δεν ήξερε τι του γινόταν! Έβαλαν τα γέλια και όλα μαζί άρχισαν να του πετούν χιονόμπαλες. Εκείνος νευρίασε στην αρχή, αλλά μετά ανταπέδωσε τα παγωμένα χτυπήματα. Αυτό συνεχίστηκε πολλή ώρα, μέχρι που ένα παιδάκι ρώτησε:

-Τι κάνεις;

-Είμαι καλά…αλλά είμαι και μπερδεμένος. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται εδώ…

-Μήπως θέλεις να γίνουμε φίλοι;

-Ναι, αλλά φοβάμαι!

-Μην ανησυχείς, θα σε βοηθήσω να ξεπεράσεις τα προβλήματά σου!

-Ευχαριστώ!

Και να …ένα αστέρι έπεσε και τους τύλιξε το μαγικό του φως. Τους μετέφερε σ’ ένα τόπο μαγικό και σκοτεινό… κάτι ανάμεσα σε φαστφουντάδικο και παιχνιδάδικο. Στο πρόσωπό τους ζωγραφίστηκε ένα χαμόγελο! Έφαγαν, έπαιξαν και χόρεψαν με την ψυχή τους. Αν και για πολλή ώρα ξεχάστηκαν με ένα video game!

Καραγεωργίου Κωνσταντίνος