Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί δημιουργία της μαθήτριας
Ραφαηλίας Φωτάκη
Ο νέος δεν
ήξερε που να πρωτοπάει. Ήθελε να περάσει από την μικρή αγορά του χωριού για να
χαζέψει τους ανθρώπους, όμως κατέληξε να περπατάει στα σκαλιστά με πέτρες
δρομάκια του χωριού αφήνοντας τα λαρύγγια του να χορτάσουν καθαρό αέρα και τα
μάτια του να χαθούν στην ύπαιθρο. Σήμερα ήθελε να μείνει μόνος του. Ο νέος είχε
μπόλικους φίλους, αλλά σήμερα ήθελε να σκεφτεί.
Έτσι, τα πόδια
του αυτόματα τον τράβαγαν στα δρομάκια ενώ το μυαλό του ταξίδευε πέρα από το
χωριό, πέρα από το όμορφο απογευματινό τοπίο. Σκαφτόταν το μέλλον του. «Χτήμα
δεν έχεις αρκετό…» ήταν ένα από τα πράγματα που του είπε προηγουμένως ο
αγιογράφος. Το γνώριζε. Όμως ήθελε να δουλέψει στα χωράφια, να είχε κι αυτός
ζώα όπως η πλειονότητα του χωριού. Δεν ήθελε να είναι κλεισμένος σε τέσσερις
τοίχους. Ο πατέρας του είχε ταλέντο, εκείνος όμως; Δεν ήθελε ούτε πινέλο να
κρατάει. Ήταν περήφανος που η οικογένεια του ήταν αγιογράφοι, όμως ο ίδιος δεν
θα άντεχε να συνεχίσει την παράδοση.
Συνειδητοποίησε
πως είχε φτάσει μακριά και πως έπρεπε να γυρίσει σύντομα σπίτι. Σύντομα η
εκκλησία θα τελείωνε και θα τον έψαχναν για το βραδινό. Οπότε ο νέος πήρε τον
δρόμο της επιστροφής, αποφασίζοντας να μιλήσει στον πατέρα του μια και έξω.
Διέσχισε τα
δρομάκια με γρήγορες δρασκελιές, χαιρέτησε βιαστικά μερικούς φίλους του που
επέστρεφαν από τον εσπερινό. Ήταν τόσο βαθιά μες στις σκέψεις του που είχε
αμελήσει τελείως να πάει στην εκκλησία. Έφτασε στο σπίτι γρήγορα, ανοίγοντας
την στιβαρή ξύλινη πόρτα και μπήκε μέσα, ανήσυχος και αποφασισμένος ταυτόχρονα.
Δεν πρόλαβε να
απιθώσει τις δύο δεκάρες που του είχε δώσει ο πατέρας του προηγουμένως, και να
που η γνώριμη βαριά φωνή ακούστηκε από πίσω του. «Γιατί δεν ήρθες στην εκκλησία;» Ακούστηκε
πιο πολύ απορημένος παρά εκνευρισμένος. Ο νέος γύρισε να αντικρίσει τον γονιό
του. Δεν ήταν πλέον ντυμένος με τα λιτά φτωχικά του ρούχα και τα μαύρα πλεχτά
σκαλτσούνια που τα είχε πλέξει η σύζυγος του. Ο αγιογράφος φορούσε ένα από τα φθαρμένα
του σακάκια. Τρία είχε μονάχα. Ένα στο χρώμα του ουρανού που το κρατούσε για
μεγάλες γιορτές, ένα λαδί πράσινο που του άρεσε πολύ αλλά είχε αρχίσει να του
στενεύει και ένα καφέ ριγωτό που φόραγε σήμερα. Είχε ασορτί και ένα καφέ
πανταλόνι και τα γνωστά μαύρα του παπούτσια που τα γυάλιζε μονάχος του κάθε
Κυριακή απόγιομα με ένα ειδικό βερνίκι. Το καπέλο του ήταν ακουμπισμένο στον πάγκο της κουζίνας.
Παραδίπλα
στέκονταν και η μητέρα του νέου. Ντυμένη με το φαρδύ της φόρεμα και με τα
μαλλιά της πιασμένα σε ένα σφιχτό κότσο, όπως συνήθως. Είχε πάρει πολλά
χαρακτηριστικά από την ίδια. Την ίσια μύτη της λες και ήταν φτιαγμένη από τον
πιο ακριβό πηλό και δουλεμένη από τους πιο γνωστούς τεχνίτες, το σχήμα του
προσώπου της. Ήταν ελαφρώς στρογγυλό, με όμορφες καμπύλες στα μάγουλα και
ελάχιστα ροδαλό. Και τα μάτια… Τα ίδια ανοιχτόχρωμα καφέ μάτια που αν τα
έβλεπες προσεκτικά κάτω από το φως του ήλιου θα έβλεπες και ένα όμορφο πράσινο.
Η γυναίκα γέμιζε τρία ποτήρια με νερό από την γυάλινη κανάτα. Μόλις κατάλαβε
γιατί όλοι έλεγαν πως έμοιαζε με την μητέρα του…
«Χρειαζόμουν
λίγο χρόνο να σκεφτώ» απάντησε αόριστα. Κοντοστάθηκε, τρίβοντας τα χέρια του.
Ήταν ένα συνήθειο του όταν ήταν αγχωμένος. Ο αγιογράφος ύψωσε το φρύδι του
απορημένος. «Να σκεφτείς; Θες να μου εξηγήσεις;» Ο νέος έγνεψε διστακτικά.
«Να…Σχετικά με
την αγιογραφία…» Τα χέρια του είχαν αρχίσει να ιδρώνουν και η φωνή του να
τρέμει ελάχιστα. Συνειδητοποίησε πως ήταν ακόμα ένα μικρό αγόρι, γεμάτο όνειρα
και συναισθήματα να υπερχειλίζουν. Ήταν σίγουρος πως ο πατέρας του τον θεωρούσε
γελοίο, έτσι όπως προσπαθούσε να υψώσει το ανάστημά του έτσι στα ξαφνικά.
Ένιωθε να μικραίνει κάτω από το βλέμμα του αγιογράφου. Ήταν ψηλό αγόρι,
περνούσε τον πατέρα του σε ύψος. ‘Όμως τώρα ένιωθε μικρός και ασήμαντος.
Παρ' όλα αυτά
το φρύδι του πατέρα του παρέμεινε υψωμένο και τώρα τα μάτια της μητέρας του
ήταν στραμμένα πάνω του.
Ήθελε τόσο
πολύ να εξαφανιστεί τούτη τη στιγμή.
«Δεν είναι
αυτό που μου αρέσει» κατάφερε να ξεστομίσει. «Όλη αυτή η κλεισούρα, οι
περίπλοκες κινήσεις και οδηγίες…Νιώθω φυλακισμένος.» εξήγησε. Το πιγούνι του
αγιογράφου σφίχτηκε λίγο, όμως η έκφραση του προσώπου του δεν είχε σκληρύνει
καθόλου.
«Μα αυτό είναι
ανεπίτρεπτο» απάντησε κοφτά ο αγιογράφος. «Αυτή είναι η δουλειά που έκαναν
γενιές μέχρι και πριν από εμένα. Δεν έχω να σου προσφέρω κάτι εκτός από την
τέχνη της αγιογραφίας». Και ήταν η πικρή αλήθεια. Είχαν ένα μικρό κομμάτι γης, αλλά
όχι αρκετό για μία αξιοπρεπή παραγωγή. Παρά την ανησυχία του, ο νέος
αποκρίθηκε. «Άσε με να δοκιμάσω, πατέρα. Θα ξεκινήσω με αυτό το λίγο που
έχουμε. Προσπάθησε να με καταλάβεις» η φωνή του γέμισε με παράπονο,
εξακολουθούσε όμως να νιώθει κατώτερος.
Η μητέρα
πλησίασε τον σύζυγο και τον γιο της. Το μαλακό χέρι της βρήκε τον ώμο του
αγιογράφου, σφίγγοντας το καθησυχαστικά. «Άκουσε τον. Νέο παιδί είναι μπορεί να
ασχοληθεί με την αγιογραφία στον ελεύθερό του χρόνο». Πάντα προσπαθούσε να
ικανοποιήσει τους άλλους. Αυτό το είχαν καταλάβει και ο πατέρας και ο γιος.
Ο αγιογράφος
ηρέμησε γρήγορα και κοίταξε την σύζυγο του στενάζοντας. «Θα το συζητήσουμε μετά
το βραδινό. Θέλω λίγο χρόνο να το σκεφτώ»
Με προθυμία, ο
νέος κάθισε στο τραπέζι και όλοι ξεκίνησαν να τρώνε. Το βραδινό ήταν πάντα
λιτό. Το πιο φτωχικό γεύμα της ημέρας. Όμως κάθε φορά και οι τρεις χόρταιναν,
ευχαριστώντας τον Θεό και γι’ αυτό το γεύμα. Ποτέ δεν πήγαιναν παραπονεμένοι
στα κρεβάτια τους. Η ώρα κύλησε αργά. Ο νέος κοίταζε τον πατέρα του επίμονα,
θέλοντας απεγνωσμένα να ακούσει την απόφασή του. Μόλις τα πιάτα άδειασαν, ο
αγιογράφος μίλησε.
«Θα ξεκινήσεις
δοκιμαστικά με το μικρό χωράφι που έχουμε, ενώ παράλληλα θα εξασκείσαι στην
αγιογραφία με εμένα.» Μια σύσπαση γλυκύτητας πέρασε από το πρόσωπό του,
κάνοντας τον νέο πιο ευτυχισμένο από ποτέ. Δεν σταμάτησε να γνέφει και να
ευχαριστεί τον πατέρα του που τον άκουσε και δέχτηκε την επιθυμία του και την
μητέρα του που τον υποστήριξε με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Θα τους έκανε
περήφανους, αυτό υποσχέθηκε στον εαυτό του.